Candlemass: Η ιστορία του Epicus Doomicus Metallicus και η γέννηση του Epic Doom Metal
Πώς οι Candlemass δημιούργησαν το Epic Doom Metal μέσα από έναν από τους πιο επιδραστικούς δίσκους στην ιστορία του heavy metal

Το “Epicus Doomicus Metallicus” των Candlemass θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους doom metal δίσκους όλων των εποχών και το άλμπουμ που καθόρισε τον ήχο του epic doom metal. Κυκλοφόρησε στις 10 Ιουνίου του 1986 και οι Σουηδοί δημιούργησαν έναν αργό, βαρύ και επικό ήχο που επηρέασε βαθιά ολόκληρη τη metal σκηνή, από το doom και το gothic metal μέχρι το ακραίο underground.
Το 1986 ήταν μια χρονιά όπου η ταχύτητα κυριαρχούσε στη metal μουσική, με το thrash metal να βρίσκεται στο απόγειό του. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι Candlemass επέλεξαν να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, χτίζοντας έναν ήχο αργό, τελετουργικό και ασφυκτικά βαρύ.
Η ιστορική αναδρομή: Μέσα από τον παγετό της Στοκχόλμης
Η δημιουργία του δίσκου ξεκίνησε το 1985, όταν ο Leif Edling (μπάσο/σύνθεση), ο Mats “Mappe” Björkman (κιθάρα) και ο Matz Ekström (ντραμς) άρχισαν να γράφουν τα πρώτα κομμάτια. Η μπάντα υπέγραψε συμβόλαιο με τη γαλλική Black Dragon Records, χάρη στην παρέμβαση του Mark Shelton των Manilla Road, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από το υλικό τους.
Οι ηχογραφήσεις έλαβαν χώρα τον Φεβρουάριο του 1986 στα Thunderload Studios, τα οποία βρίσκονταν τρία επίπεδα κάτω από το έδαφος, σε έναν σταθμό του μετρό στη Στοκχόλμη. Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς το κρύο ήταν τσουχτερό και οι μουσικοί αναγκάζονταν να παίζουν φορώντας γούνινα παλτά και μάλλινα γάντια. Παραγωγός ήταν ο Ragne Wahlquist του συγκροτήματος Heavy Load.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παραγωγής ήταν η απουσία σταθερού τραγουδιστή. Ο Johan Längqvist συμμετείχε ως προσωρινός μουσικός, ηχογραφώντας τα φωνητικά χωρίς καν να έχει ακούσει τη μουσική προηγουμένως. Αν και δεν παρέμεινε τότε στο συγκρότημα, η ερμηνεία του θεωρείται σήμερα αξεπέραστη και σημείο αναφοράς για το είδος.

Το εξώφυλλο του “Epicus Doomicus Metallicus”
Το εικαστικό μέρος του “Epicus Doomicus Metallicus” δεν είναι απλώς μια συνοδευτική εικόνα, αλλά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της μυθολογίας των Candlemass. Η οπτική ταυτότητα του δίσκου συμπληρώνει ιδανικά τη ζοφερή ατμόσφαιρα της μουσικής, προσφέροντας στον ακροατή ακριβώς αυτό που υπόσχεται ο τίτλος: έναν επικό και μεταλλικό όλεθρο.
Το εμβληματικό κρανίο της μπροστινής όψης
Στο εξώφυλλο δεσπόζει η σταυρωτά παλουκωμένη κερασφόρος νεκροκεφαλή , μια εικόνα που έχει χαραχτεί στη μνήμη κάθε οπαδού της σκληρής μουσικής. Η σύλληψη της ιδέας και η γενικότερη καλλιτεχνική επιμέλεια ανήκουν στην ίδια την μπάντα, η οποία ήθελε κάτι που να εκφράζει την ωμότητα και την απόγνωση του ήχου της. Το συγκεκριμένο σχέδιο είναι τόσο ταυτισμένο με το άλμπουμ, ώστε πολλοί οπαδοί το έχουν επιλέξει ως μόνιμο σχέδιο σε τατουάζ.
Το οπισθόφυλλο και ο Eric Larnoy
Η ιστορία της πίσω όψης του δίσκου είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Το συγκρότημα ανέθεσε τον σχεδιασμό στον καλλιτέχνη Eric Larnoy. Η επιλογή του Larnoy δεν ήταν τυχαία, καθώς είχε εργαστεί προηγουμένως για τους Manilla Road, ένα συγκρότημα που οι Candlemass εκτιμούσαν βαθύτατα.
Το θέμα του οπισθοφύλλου είναι μια απεικόνιση της “Δαιμονικής Πύλης” (Demons Gate), εμπνευσμένη απευθείας από τους στίχους του ομώνυμου τραγουδιού που περιλαμβάνεται στον δίσκο. Ο Larnoy επιχείρησε να αποδώσει οπτικά το πέρασμα προς τον Κάτω Κόσμο, όπως αυτό περιγράφεται μέσα από τη σκοτεινή ποίηση του Leif Edling.
Η “ροζ” αντίδραση του Leif Edling

Παρά τη θρυλική υπόσταση που έχει σήμερα το εικαστικό του άλμπουμ, ο ηγέτης των Candlemass, Leif Edling, δεν ήταν πάντα ενθουσιασμένος με το αποτέλεσμα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, όταν είδε για πρώτη φορά το οπισθόφυλλο, το μίσησε. Ο λόγος ήταν η χρωματική παλέτα που χρησιμοποίησε ο Larnoy, καθώς στον Edling το αποτέλεσμα φαινόταν υπερβολικά “ροζ” για έναν doom metal δίσκο.
Ωστόσο, η δυσαρέσκειά του ήταν προσωρινή. Με την πάροδο των δεκαετιών και την καθιέρωση του άλμπουμ ως κλασικού, ο Edling συνήθισε την ιδιαίτερη αισθητική του και πλέον το εικαστικό αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο κομμάτι του συνόλου που γέννησε το Epic Doom Metal.
Ο τίτλος
Ο χαρακτηριστικός τίτλος “Epicus Doomicus Metallicus” προέκυψε ως μια ψευδο-λατινική απόδοση του όρου “Epic Doom Metal”, τον οποίο το συγκρότημα χρησιμοποιούσε ήδη για να περιγράψει τον ήχο του.
Η ιδέα για αυτή τη συγκεκριμένη λατινοποίηση ανήκε στον ντράμερ της μπάντας, Matz Ekström. Παρόλο που ο τίτλος αναγνωρίζεται σήμερα ιδανικός και ταυτισμένος με το είδος, ο ηγέτης των Candlemass, Leif Edling, αρχικά ήταν αρνητικός. Συγκεκριμένα, ο Edling έχει δηλώσει ότι ένιωσε “τρόμο” όταν άκουσε την πρόταση, χαρακτηρίζοντας τον τίτλο ως “απόλυτη αηδία” και “παράλογο”.
Τελικά, ο τίτλος υιοθετήθηκε κυρίως επειδή το συγκρότημα δεν είχε κάποια καλύτερη εναλλακτική λύση εκείνη τη στιγμή. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, ο τίτλος λειτούργησε ως μια ξεκάθαρη δήλωση ταυτότητας, ορίζοντας με ακρίβεια το νέο μουσικό υποείδος που οι Candlemass βοήθησαν να γεννηθεί και να κρυσταλλωθεί.
Η τεράστια επιρροή του “Epicus Doomicus Metallicus” και η κληρονομιά
Παρά την ιστορική του αξία σήμερα, ο δίσκος αρχικά υπήρξε εμπορική αποτυχία, οδηγώντας τη δισκογραφική εταιρεία να διακόψει τη συνεργασία με το συγκρότημα. Ωστόσο, το metal underground ανακάλυψε σταδιακά το άλμπουμ, το οποίο άρχισε να επανεκδίδεται συνεχώς λόγω της αυξανόμενης ζήτησης.
Ο δίσκος επηρέασε αμέτρητα συγκροτήματα, από τους Paradise Lost μέχρι τη σκηνή του νορβηγικού black metal (Satyricon, Immortal, Emperor), οι οποίοι αναγνωρίζουν στους Candlemass την ικανότητα να δημιουργούν σκοτεινή και επιβλητική ατμόσφαιρα. Ο τίτλος του δίσκου, μια “εσκεμμένα ανορθόδοξη” λατινική απόδοση του Epic Doom Metal, κατέληξε να ονομάσει ένα ολόκληρο μουσικό υποείδος.
Τα κομμάτια που διαμόρφωσαν το Epic Doom Metal
- Solitude: Το απόλυτο doom έπος που ξεκινά με μια μελαγχολική ακουστική εισαγωγή πριν παραχωρήσει τη θέση του σε ένα από τα πιο βαριά riff της ιστορίας. Οι στίχοι πραγματεύονται την κατάθλιψη και την επιθυμία για απομόνωση μέσα στο θάνατο.
- Demon’s Gate: Ένα εννιάλεπτο μεγαλούργημα με επιβλητικό ρυθμό και μια τρομακτική εισαγωγή αφηγηματικού λόγου. Η θεματολογία του είναι επηρεασμένη από την ταινία τρόμου “The Beyond” του Lucio Fulci.
- Crystal Ball: Ένα κομμάτι με μυστικιστικό χαρακτήρα, όπου οι στίχοι του Edling φαίνεται να αντλούν έμπνευση από τον κόσμο του J.R.R. Tolkien και τις κρυστάλλινες σφαίρες palantír.
- Black Stone Wielder: Μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην ιστορία των Τριών Μάγων, με σύνθετη δομή και εναλλαγές ρυθμών που προμηνύουν την εξέλιξη του συγκροτήματος. Το riff του λογίζεται πρόδρομος για πολλές μεταγενέστερες μπάντες, όπως οι Opeth.
- Under the Oak: Ένα βαθιά προσωπικό και βαρύ κομμάτι, το οποίο αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ιστορίας που ολοκληρώθηκε αργότερα στον δίσκο “Tales of Creation”. Διακρίνεται για τις νεοκλασικές μελωδίες στο δεύτερο μισό του.
- A Sorcerer’s Pledge: Ο δίσκος κλείνει με την ιστορία ενός μάγου που αναζητά την αιώνια ζωή. Το κομμάτι ξεκινά αργά και καταλήγει σε έναν καταιγιστικό ρυθμό, με τη συμμετοχή γυναικείων φωνητικών στο φινάλε, φυτεύοντας τους σπόρους για το μετέπειτα gothic metal.

Ο ρόλος του Mark Shelton στο συμβόλαιο
Ο Mark Shelton, ηγέτης του συγκροτήματος Manilla Road, λειτούργησε ως ένας αναπάντεχος αλλά καθοριστικός σύμμαχος για την εξασφάλιση του πρώτου συμβολαίου των Candlemass με τη γαλλική δισκογραφική εταιρεία Black Dragon Records,.
Σύμφωνα με πηγές, ο ρόλος του Shelton ήταν ο εξής:
- Η παρέμβαση στο Παρίσι: Όταν οι Candlemass έστειλαν το demo τους στην Black Dragon Records, οι υπεύθυνοι της εταιρείας το παρουσίασαν στον Shelton κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στο Παρίσι.
- Η παρότρυνση για το συμβόλαιο: Ο Shelton εντυπωσιάστηκε από αυτό που άκουσε και έπεισε τη δισκογραφική εταιρεία να υπογράψει συμβόλαιο με το συγκρότημα, λέγοντας χαρακτηριστικά: “πάρτε τους με συμβόλαιο!”,.
- Η αποκάλυψη της ιστορίας: Τα μέλη των Candlemass δεν γνώριζαν αρχικά για αυτή τη μεσολάβηση. Έμαθαν την πλήρη ιστορία χρόνια αργότερα, όταν συναντήθηκαν προσωπικά με τον Shelton και συνειδητοποίησαν ότι εκείνος ήταν ο “αναπάντεχος σύμμαχος” που τους βοήθησε να κάνουν το πρώτο σημαντικό βήμα της καριέρας τους.
Ο Leif Edling έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι το συγκρότημα του οφείλει χάρη για αυτή τη βοήθεια, καθώς χωρίς την υποστήριξή του ίσως να μην είχαν φτάσει στη θέση που βρίσκονται σήμερα.
Η σύνδεση του “Epicus Doomicus Metallicus” με τους Paradise Lost
Η σύνδεση του “Epicus Doomicus Metallicus” με τους Paradise Lost είναι θεμελιώδης, καθώς ο δίσκος λειτούργησε ως καθοριστική πηγή έμπνευσης για το συγκρότημα. Συγκεκριμένα, ο Aaron Aedy, κιθαρίστας των Paradise Lost, έχει δηλώσει ρητά ότι το ντεμπούτο των Candlemass ήταν ένα “τεράστιο άλμπουμ” για εκείνους.
Οι Candlemass αποτέλεσαν μια σημαντική δύναμη επιρροής για την επόμενη γενιά συγκροτημάτων που ακολούθησαν και διαμόρφωσαν τον σκοτεινό ήχο, όπως οι Paradise Lost, οι My Dying Bride και οι The Gathering.
Ως πρωτοπόροι του goth / death-doom, οι Paradise Lost αναγνωρίζουν στο “Epicus Doomicus Metallicus” έναν από τους πυλώνες πάνω στους οποίους βασίστηκε η δική τους μουσική εξέλιξη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στοιχεία του δίσκου, όπως οι γυναικείες φωνές και η χρήση πλήκτρων στο κλείσιμο του “A Sorcerer’s Pledge”, θεωρούνται οι πρώτοι “σπόροι” που φυτεύτηκαν για τη μετέπειτα ανάπτυξη του gothic metal, ενός είδους που οι Paradise Lost βοήθησαν να γιγαντωθεί.
Μια κληρονομιά χαραγμένη στο σκοτάδι
Το “Epicus Doomicus Metallicus” δεν αποτελεί απλώς το ντεμπούτο μιας μπάντας από τη Σουηδία, αλλά το απόλυτο θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το οικοδόμημα του epic doom metal. Παρόλο που η αρχική του πορεία συνοδεύτηκε από εμπορική αποτυχία και αδιάφορες κριτικές, η πάροδος των δεκαετιών αποκάλυψε το πραγματικό του μέγεθος, μετατρέποντάς το σε ένα “χρυσό πρότυπο” για ολόκληρο τον σκληρό ήχο.
Η επιτυχία του δίσκου έγκειται στην ικανότητά του να μετατρέπει την απόγνωση σε τέχνη, αποδεικνύοντας ότι το πραγματικό βάρος στη μουσική δεν εξαρτάται από την ταχύτητα, αλλά από την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα. Με τις συνθέσεις του Leif Edling και την εμβληματική ερμηνεία του Johan Längqvist, οι Candlemass δεν ακολούθησαν απλώς τα χνάρια των Black Sabbath, αλλά εκπλήρωσαν την προφητεία του ολέθρου, δίνοντας στη doom metal τη δική της, ξεχωριστή οντότητα.
Οι Candlemass απέδειξαν ότι η βαρύτητα στη μουσική δεν μετριέται σε ταχύτητα, αλλά σε συναίσθημα, ατμόσφαιρα και σκοτάδι. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, το “Epicus Doomicus Metallicus” εξακολουθεί να στέκεται σαν ένας μονόλιθος του doom metal, υπενθυμίζοντας πως ορισμένοι δίσκοι δεν ακολουθούν απλώς την ιστορία, αλλά τη δημιουργούν.
Διάβασε επίσης:
Helloween – Keeper of the Seven Keys, Part I: Όταν η “Κολοκύθα” κατέκτησε την κορυφή
Rainbow – “Rising”: Ένας δίσκος ορόσημο
Wishbone Ash – “Argus” (1972): Η ιστορία του εμβληματικού δίσκου
Black Sabbath – “Heaven and Hell”: Η ιστορία πίσω από το άλμπουμ
Bathory – Hammerheart: Το άλμπουμ που γέννησε το Viking Metal
Sepultura – Beneath the Remains: Ο death/thrash όλεθρος από τη Βραζιλία
“Black Sabbath”: Το άλμπουμ που γέννησε το heavy metal
Lv
Για το Rock Attitude
