Σαν σήμερα στη rock και metal: 6 Ιουνίου 2026
Σαν σήμερα, 6 Ιουνίου 2026

Σαν σήμερα, η μουσική κοινότητα γιορτάζει τα γενέθλια τριών εμβληματικών προσωπικοτήτων που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στον σκληρό ήχο: του Tom Araya (Slayer), του κορυφαίου δεξιοτέχνη Steve Vai και της εκφραστικής Cristina Scabbia (Lacuna Coil). Παράλληλα, θυμόμαστε τη μνήμη του Robbin Crosby (Ratt), ο οποίος έφυγε από τη ζωή αυτή την ημέρα.
Στον τομέα των κυκλοφοριών, η 6η Ιουνίου υπήρξε αφετηρία για δίσκους-σταθμούς που κάλυψαν ένα ευρύ φάσμα του metal: Rage – “Perfect Man”, King Diamond – “The Spider’s Lullabye”, Darkthrone – “Panzerfaust”, Alice Cooper – “Brutal Planet”, Avenged Sevenfold – “City Of Evil” και Morbid Angel – “Illud Divinum Insanus”.
Birth of Legends
Steve Vai – 6 Ιουνίου 1960

Γεννιέται στο Carle Place, της Νέας Υόρκης ο Ιταλικής καταγωγής ο κιθαρίστας, συνθέτης και παραγωγός, Steve Vai (Steven Siro Vai).
Σε ηλικία 12 ετών ξεκίνησε να κάνει μαθήματα κιθάρας με δάσκαλο τον Joe Satriani, ενώ παράλληλα έπαιζε σε διάφορες τοπικές μπάντες, μια εκ των οποίων είχε το όνομα “The Steve Vais”.
Το 1979 και για τρία χρόνια συνεργάστηκε με τον Frank Zappa, κάνοντας ηχογραφήσεις και περιοδεύοντας μαζί του. Το 1982, μετά την αποχώρησή του απο την μπάντα του Zappa,ασχολήθηκε με την ηχογράφηση του πρώτου του προσωπικού άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1984 . Ένα χρόνο αργότερα, το 1985, αντικατέστησε τον Yngwie Malmsteen στους Alcatrazz με τους οποίους κυκλοφόρησε το “Disturbing the Peace” και την ίδια χρονιά έπαιξε κιθάρα στον δίσκο “Album” των Public Image Ltd. Παράλληλα εντάχθηκε στην μπάντα του David Lee Roth που αργότερα θα γίνει γνωστή με το όνομα Eat ’em and Smile Band.
Το 1989 αποχώρησε απο την μπάντα και εντάχθηκε στους Whitesnake, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε νέα προσωπική του δουλειά. Την ίδια χρονιά δημιούργησε μια επτάχορδη κιθάρα μέσω της Ibanez.
Ύστερα απο μια παρατεταμένη παύση, ίδρυσε την πρώτη δική του μπάντα με το όνομα Steve Vai, κυκλοφορώντας το 1993 το “Sex & Religion”, που το 1994 διαλύθηκε και ο Vai ακολούθησε σόλο καριέρα, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε και ηχογράφησε για πάρα πολλούς καλλιτέχνες μερικοί εκ των οποίων είναι Ozzy Osbourne, Dream Theater, Alice Cooper, Yardbirds, Motörhead, Eros Ramazzotti κ.α. συμμετέχοντας σε πάνω απο 80 άλμπουμ.
Ο Vai θεωρείται θεωρείται ένας από τους κορυφαίους δεξιοτέχνες στον χώρο της rock μουσικής.
Tom Araya – 6 Ιουνίου 1961

Γεννιέται στο Viña del Mar της Χιλής, ο μπασίστας και τραγουδιστής, Tom Araya (Tomás Enrique Araya Díaz).
Ο Tom Araya αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές και αναγνωρίσιμες μορφές στον χώρο της thrash metal. Ως η φωνή και το μπάσο των θρυλικών Slayer, οδήγησε το συγκρότημα στην κορυφή του σκληρού ήχου για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
Μετακόμισε με την οικογένειά του στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ηλικία πέντε ετών. Μεγάλωσε στο Λος Άντζελες και ήρθε σε επαφή με τη μουσική μέσω του μεγαλύτερου αδελφού του, ξεκινώντας να παίζει μπάσο στα οκτώ του χρόνια. Οι πρώτες του επιρροές περιλάμβαναν κλασικά rock συγκροτήματα όπως οι Beatles και οι Rolling Stones, ενώ ο ίδιος έχει παραδεχτεί πως δεν γνώριζε καν την ύπαρξη της metal μουσικής μέχρι τη στιγμή που δέχτηκε την πρόταση να ενταχθεί στους Slayer.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Araya εργαζόταν ως αναπνευστικός θεραπευτής σε νοσοκομείο. Μάλιστα, χρησιμοποίησε τους μισθούς του από αυτή τη δουλειά για να χρηματοδοτήσει την παραγωγή του πρώτου άλμπουμ των Slayer, του “Show No Mercy”, το 1983. Η αφοσίωσή του στο συγκρότημα ήταν τέτοια που, όταν το 1984 το νοσοκομείο αρνήθηκε να του δώσει άδεια για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, εκείνος επέλεξε να απολυθεί προκειμένου να ακολουθήσει το μουσικό του όνειρο.
Η έντονη παρουσία του στη σκηνή και το χαρακτηριστικό επιθετικό “headbanging” του προκάλεσαν με τα χρόνια σοβαρά προβλήματα στην αυχενική μοίρα. Μετά από μια κρίσιμη επέμβαση το 2010, αναγκάστηκε να σταματήσει αυτή τη συνήθεια, υιοθετώντας μια πιο στατική αλλά εξίσου επιβλητική παρουσία στις συναυλίες.
Μετά τη διάλυση των Slayer το 2019, ο Araya παρέμεινε για λίγο μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μέχρι την επίσημη ανακοίνωση της επανένωσης του συγκροτήματος το 2024 για μια σειρά επιλεγμένων εμφανίσεων.
Σήμερα, ο Tom Araya ζει με την οικογένειά του σε ένα ράντσο στο Τέξας, παραμένοντας ένας από τους δύο μοναδικούς αρχικούς μουσικούς (μαζί με τον Kerry King) που υπήρξαν μέλη των Slayer σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής τους.
Cristina Scabbia – 6 Ιουνίου 1972

Γεννιέται στο Μιλάνο της Ιταλίας η τραγουδίστρια Cristina Scabbia (Cristina Adriana Chiara Scabbia).
Είναι η μία εκ των δύο τραγουδιστών του gothic metal συγκροτήματος Lacuna Coil. Ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία το 1991, σε ηλικία 19 ετών, ως περιοδεύουσα μουσικός και κάνοντας δεύτερα φωνητικά σε διάφορες μπάντες. Το 1996 εντάχθηκε στο συγκρότημα, το οποίο τότε ονομαζόταν Ethereal και αργότερα μετονομάστηκε σε Lacuna Coil.
Πέρα από τη βασική της ενασχόληση, έχει συνεργαστεί με γνωστά ονόματα της metal και rock σκηνής, όπως οι Megadeth και οι Apocalyptica, ενώ έχει δανείσει τη φωνή της σε soundtrack βιντεοπαιχνιδιών, όπως το “Metal: Hellsinger”. Το 2018 συμμετείχε ως κριτής στην ιταλική έκδοση της τηλεοπτικής εκπομπής “The Voice”.
Fallen Heroes
Robbin Crosby – 6 Ιουνίου 2002

Έφυγε απο τη ζωή σε ηλικία 42 ετών, ο διακεκριμένος Αμερικανός κιθαρίστας και συνθέτης, ο οποίος έγινε παγκοσμίως γνωστός ως ιδρυτικό μέλος του glam metal συγκροτήματος Ratt.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, συνυπέγραψε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της μπάντας, όπως τα “Round and Round”, “Wanted Man” και “Lay It Down”, συμβάλλοντας στην πολυπλατινένια επιτυχία δίσκων όπως το “Out of the Cellar”.
Το παίξιμό του χαρακτηριζόταν από επιρροές των blues, προσφέροντας μια μελωδική αντίθεση στο στυλ του ετέρου κιθαρίστα του συγκροτήματος. Ωστόσο, η καριέρα του επισκιάστηκε από τον σοβαρό εθισμό του στην ηρωίνη, ο οποίος οδήγησε στην απομάκρυνσή του από τους Ratt το 1991. Το 1994 διαγνώστηκε ως θετικός στον ιό HIV, και αργότερα δήλωσε δημόσια ότι έπασχε από AIDS, πιστεύοντας ότι μολύνθηκε από μολυσμένη βελόνα.
Ο Crosby απεβίωσε στις 6 Ιουνίου 2002, σε ηλικία 42 ετών, από επιπλοκές της νόσου μετά από υπερβολική δόση ηρωίνης. Παρά τις δυσκολίες των τελευταίων ετών του, παρέμεινε αγαπητός στους θαυμαστές του, οι οποίοι τον αποκαλούσαν “The King”.
Classic Anthems
6 Ιουνίου 1988

Οι Rage κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ, “Perfect Man”.
Είναι ο δίσκος που καθόρισε τον προσωπικό και αναγνωρίσιμο ήχο του συγκροτήματος. Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες του ευρωπαϊκού power metal για τα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Είναι το πρώτο άλμπουμ με τη συμμετοχή του κιθαρίστα Manni Schmidt και του ντράμερ Chris Efthimiadis, δημιουργώντας την πιο επιτυχημένη τριάδα στην ιστορία της μπάντας μαζί με τον ηγέτη Peavy Wagner.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ παρουσιάζει για πρώτη φορά τη διάσημη μασκότ της μπάντας, τον “Donny” το οποίο σχεδιάστηκε από τον καλλιτέχνη Joachim Luetke και συντρόφευσε τις περισσότερες μετέπειτα κυκλοφορίες τους.
6 Ιουνίου 1995

Ο King Diamond κυκλοφορεί την έκτη δισκογραφική του δουλειά “The Spider’s Lullabye”.
Αντίθετα με τα προηγούμενα κλασικά του άλμπουμ (“Abigail”, “Them”, “Conspiracy”), το “The Spider’s Lullabye” δεν είναι ένας εξ ολοκλήρου concept δίσκος. Χωρίζεται δομικά σε δύο μέρη:
- Το Πρώτο Μισό (Αυτοτελείς Ιστορίες): Τα πρώτα 6 κομμάτια αποτελούν ανεξάρτητες, ανατριχιαστικές ιστορίες τρόμου. Για παράδειγμα, το “Killer” μιλά για έναν κατά συρροή δολοφόνο στην ηλεκτρική καρέκλα, ενώ το “Six Feet Under” για έναν άνθρωπο που θάβεται ζωντανός από την ίδια του την οικογένεια.
- Το Δεύτερο Μισό (The Spider’s Lullabye Concept): Τα τελευταία 4 κομμάτια του δίσκου ξετυλίγουν μια ενιαία ιστορία. Αυτή ακολουθεί τον Harry, έναν άνδρα που υποφέρει από ακραία αραχνοφοβία. Στην προσπάθειά του να θεραπευτεί, επισκέπτεται έναν εκκεντρικό γιατρό (Dr. Eastmann), ο οποίος όμως τον χρησιμοποιεί ως πειραματόζωο, αφήνοντας τις αράχνες να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε μετά από 5 χρόνια στούντιο σιωπής (από το The Eye του 1990). Η καθυστέρηση οφειλόταν σε δικαστικές διαμάχες με την προηγούμενη εταιρεία τους (Roadrunner), αλλά και στην απόφαση του King Diamond να επανενώσει τους θρυλικούς Mercyful Fate εκείνη την περίοδο.
Η πενταετής αποχή έφερε σαρωτικές αλλαγές στο line-up. Από την παλιά «φρουρά» παρέμειναν μόνο ο King Diamond και ο μόνιμος συνοδοιπόρος του, ο βιρτουόζος κιθαρίστας Andy LaRocque. Οι υπόλοιποι μουσικοί προήλθαν από την αμερικανική μπάντα Mindstorm.
6 Ιουνίου 1995

Οι Darkthrone κυκλοφόρησαν το πέμπτο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους, “Panzerfaust”.
Θεωρείται ένας από τους πιο εμβληματικούς και επιδραστικούς δίσκους του δεύτερου κύματος του black metal, και ένας από τους τελευταίους κλασικούς δίσκους της “χρυσής” black metal περιόδου τους, κλείνοντας ουσιαστικά την άτυπη θρυλική τριλογία που προηγήθηκε (“A Blaze in the Northern Sky”, “Under a Funeral Moon”, “Transilvanian Hunger”).
Το άλμπουμ είναι ένας ξεκάθαρος φόρος τιμής στους Celtic Frost (κυρίως της εποχής του Morbid Tales) και στους Bathory. Κομμάτια όπως το “Triumphant Gleam” και το “The Hordes of Nebulah” βασίζονται σε riffs που παραπέμπουν απευθείας στο στυλ του Tom G. Warrior. Ο Fenriz έγραψε και έπαιξε όλα τα όργανα (κιθάρες, μπάσο, τύμπανα) και ο Nocturno Culto ανέλαβε αποκλειστικά τα φωνητικά.
Η ερμηνεία του Nocturno Culto σε αυτόν τον δίσκο θεωρείται από τις πιο ακραίες, ωμές και μισανθρωπικές στην ιστορία του ιδιώματος, με τη φωνή του να είναι “θαμμένη” πίσω από ένα τείχος παραμόρφωσης.
Όπως και ο προκάτοχός του, το άλμπουμ έχει μια εντελώς DIY (Do It Yourself) φιλοσοφία. Όλα τα μουσικά όργανα (κιθάρες, μπάσο, τύμπανα) ηχογραφήθηκαν αποκλειστικά από τον Fenriz μέσα στο υπνοδωμάτιό του. Χρησιμοποίησε ένα παλιό κασετόφωνο 4 καναλιών, ένα δωμάτιο το οποίο η μπάντα ονόμασε χιουμοριστικά «Necrohell Studios». Ο Nocturno Culto πρόσθεσε τα φωνητικά του σε δεύτερο χρόνο.
Στο οπισθόφυλλο του δίσκου υπήρχε η περίφημη και προκλητική δήλωση: «Οι Darkthrone είναι σίγουρα η πιο μισητή μπάντα στον κόσμο».
Ο Varg Vikernes (Burzum) συνεισέφερε ξανά στους στίχους, γράφοντας τους στίχους για τέσσερα από τα επτά κομμάτια του άλμπουμ: “Borderland”, “Beholding the Clause of Mythos”, “Quintessence” και “Snø og granskog” (το οποίο είναι ποίημα του Νορβηγού ποιητή Tarjei Vesaas). Οι υπόλοιποι στίχοι γράφτηκαν από τον Fenriz. Ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά που ο Vikernes συνεργάστηκε στιχουργικά με τους Darkthrone, μετά τη συνεισφορά του στον προηγούμενο δίσκο τους.
Το “Quintessence” είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και διασκευασμένα κομμάτια των Darkthrone, βασισμένο σε ένα εξαιρετικά απλό αλλά υπνωτικό riff, και αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα της μινιμαλιστικής προσέγγισης της μπάντας.
6 Ιουνίου 2000

Ο Alice Cooper κυκλοφόρησε το δέκατο τέταρτο προσωπικό (και εικοστό πρώτο συνολικά) άλμπουμ του “Brutal Planet”.
Είναι ο πιο βαρύς, σκοτεινός και επιθετικός δίσκος σε ολόκληρη την καριέρα του. Το συγκρότημα άφησε πίσω του το κλασικό hard rock / glam metal των ’80s και ’90s, υιοθετώντας έναν σύγχρονο Industrial Metal και Nu-Metal ήχο, με βαριά κουρδισμένες κιθάρες και ηλεκτρονικά εφέ.
Το “Brutal Planet” λειτουργεί ως ένα δυστοπικό concept album. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου ο Alice Cooper εμπνεόταν από ιστορίες φαντασμάτων και κλασικό τρόμο, εδώ ο τρόμος είναι απόλυτα ρεαλιστικός,
Οι στίχοι παρουσιάζουν έναν κατεστραμμένο, μελλοντικό κόσμο και κατακρίνουν τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Τα τραγούδια πραγματεύονται θέματα όπως:
- Ο πόλεμος και η κοινωνική παρακμή (“Brutal Planet”).
- Η ενδοοικογενειακή βία (“Take It Like a Woman”).
- Η ψυχοπάθεια και οι ένοπλες επιθέσεις σε σχολεία (“Wicked Young Man”).
- Η απληστία και η παγκόσμια πείνα (“Eat Some More”).
Η ιστορία του δίσκου συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε έναν χρόνο μετά, με το άλμπουμ “Dragontown” (2001).
6 Ιουνίου 2005

Οι Avenged Sevenfold κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ “City of Evil”.
Αποτέλεσε το ντεμπούτο του συγκροτήματος σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία, καθώς εκδόθηκε μέσω της Warner Bros. Records.
Είναι ο δίσκος που εκτόξευσε τη δημοτικότητα της μπάντας. Το “City of Evil” αποτελεί το σημαντικότερο σημείο καμπής στην καριέρα τους.
6 Ιουνίου 2011

Οι Morbid Angel κυκλοφόρησαν το όγδοο άλμπουμ τους, με τίτλο “Illud Divinum Insanus”.
Ήταν ο πρώτος δίσκος της μπάντας μετά από 8 χρόνια παύσης. Σηματοδότησε την επιστροφή του εμβληματικού τραγουδιστή/μπασίστα David Vincent μετά από 16 χρόνια απουσίας από το studio.
Το “Illud Divinum Insanus” αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη και πολυσυζητημένη κυκλοφορία στην ιστορία του death metal. Το συγκρότημα πειραματίστηκε με ένα ριζοσπαστικό κράμα από Industrial Metal, Electronic Beats, Gothic στοιχεία και Death Metal.
Η στροφή αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και ακραίο διχασμό στους παραδοσιακούς οπαδούς. Κομμάτια όπως το “Too Extreme!” και το “Radikult” βασίζονται σε drum machines και synths, θυμίζοντας περισσότερο industrial μπάντες (τύπου Marilyn Manson ή Ministry), με αποτέλεσμα πολλοί κριτικοί να το χαρακτηρίσουν ως ένα αποτυχημένο πείραμα.
Παρόλα αυτά, ο δίσκος περιέχει και μερικά καθαρόαιμα, παραδοσιακά death metal ξεσπάσματα, όπως τα “Nevermore” και “Blades for Baal”.
Είναι ο μοναδικός full-length δίσκος των Morbid Angel (εκτός των πρώτων demos) στον οποίο δεν συμμετέχει ο θρυλικός ντράμερ Pete Sandoval, ο οποίος εκείνη την περίοδο ανάρρωνε από σοβαρή χειρουργική επέμβαση στην πλάτη. Τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν από τον ταχύτατο session ντράμερ Tim Yeung.
