JON LORD: Ο Άρχοντας των πλήκτρων

JON LORD: Ο Άρχοντας των πλήκτρων

Jon Lord, ο Άρχοντας των πλήκτρων που απογείωσε τη μουσική των Deep Purple και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ήχου τους.

O σπουδαίος Jonathan Douglas Lord γεννήθηκε στο Leicester της Αγγλίας στις 9 Ιουνίου 1941.

Ο πατέρας του, όντας σαξοφωνίστας, τον ενθάρρυνε απο μικρή ηλικία να ασχοληθεί με την μουσική κι έτσι σε ηλικία 5 ετών ξεκίνησε μαθήματα πιάνου.

Jon LordΣτην εφηβεία του συμμετείχε στην χορωδία και το θέατρο του σχολείου και παράλληλα με τις σπουδές του στο πιάνο δούλεψε αργότερα  δυο χρόνια ως υπάλληλος σε ένα δικηγορικό γραφείο.

Αγαπημένος συνθέτης του ήταν ο Μπαχ (Johann Sebastian Bach) ενώ επιρροή του εκτός της κλασσικής μουσικής υπήρξε η Μεσαιωνική μουσική αλλά και η παραδοσιακή Αγγλική. Επιρροές που τον έκαναν να διακριθεί για την ικανότητά του να αναμειγνύει την rock με την κλασική ή την μπαρόκ μουσική.

Άλλες επιρροές που διαμόρφωσαν τον μουσικό του χαρακτήρα ήταν αυτές της δεκαετίας του ’50, δηλαδή οι ήχοι της blues και jazz μουσικής αλλά και τα μουσικά κινήματα του ροκ εντ ρολ και R&B.

Σήμα κατατεθέν αυτών των ειδών ήταν η χρήση του οργάνου Hammond που θα γίνει το αγαπημένο μουσικό όργανο του Lord και θα τον συντροφεύσει σε όλη του την καριέρα.

Ο ίδιος έχει αναφέρει επίσης οτι μια ακόμη βασική του επιρροή ήταν οι progressive rockers Vanilla Fudge που τους είχε δει σε μια συναυλία το 1967, καθώς και ο Βρετανός πιανίστας Graham Bond.

Το 1959, η κλίση του Lord προς το θέατρο, θα τον οδηγήσει στο να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, που θα εγγραφεί στο Central School Of Speech and Drama κερδίζοντας και υποτροφία.

Υποδυόμενος μικρούς ρόλους και παίζοντας ως session μουσικός με Hammond σε μικρές παμπ έβγαζε χρήματα για τα δίδακτρά του και για τα προς το ζην και το 1963 μαζί με μια ομάδα καθηγητών και συμμαθητών του θα ιδρύσουν την πρωτοποριακή σχολή London Drama Centre.

Jon LordΤην ίδια χρονιά θα ενταχθεί στους Red Blood and Ηis Bluesicians οπου και θα αποκτήσει το πρώτο του ηλεκτρικό όργανο.

Ένα χρόνο αργότερα θα συμμετάσχει στις ηχογραφήσεις των Kinks για την γνωστή επιτυχία τους “You Realy Got Me”.

Το 1965 θα ενταχθεί στους Art Wood Combo, μπάντα του Art Wood (αδελφός του μετέπειτα μέλους των Rolling Stones, Ronnie Wood) που πολύ γρήγορα θα μετονομαστούν σε Artwoods. Μαζί τους θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ “Art Gallery” και αρκετά singles και EPs.

Η μπάντα θα γίνει γνωστή στην underground σκηνή, κομμάτια τους θα παίζονται στο ραδιόφωνο και θα κάνουν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις. Την περίοδο αυτή ο Lord θα γίνει περιζήτητος session μουσικός και θα συμμετέχει σε ηχογραφήσεις μουσικών οπως Elton John, John Mayall, David Bowie και Jeff Beck.

Το 1967 θα σχηματίσει τους Santa Barbara Machine Head, με κιθαρίστα τον Ronnie Wood, οι οποίοι έπαιζαν ηλεκτρονικό blues. Τον Δεκέμβριο της ίδια χρονιάς θα γνωρίσει τον κιθαρίστα Richie Blackmore και στις αρχές του 1968 θα σχηματίσουν μαζί τους Deep Purple.

Το συγκρότημα θα γνωρίζει αμέσως μεγάλη επιτυχία, πρωτοπορώντας με τη μελωδία του Hammond, στο hard rock. Θα πουλήσει περισσότερα απο 100 εκατομμύρια δίσκους και θα παίξει ζωντανά μπροστά σε περισσότερο απο 10 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ το 1972 θα γραφτούν στο βιβλίο Guinness ως “Η πιο δυνατή μπάντα στον κόσμο”.

Το 1968 η μπάντα θα κυκλοφορήσει τον πρώτο της δίσκο “Shades of Deep Purple” στο οποίο περιλαμβάνεται το “Hush” που ανέβηκε στο top5 των Αμερικανικών charts. Ένα χρόνο αργότερα στις τάξεις των Deep Purple θα ενταχθούν οι Ian Gillan και Roger Glover.

Το 1970 ο Lord θα αναπτύξει έναν πρωτοποριακό τρόπο ενίσχυσης του Hammond για να ταιριάζει με τον διακριτικό ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Με την ανακάλυψή του αυτή, που συμπεριλάμβανε την απευθείας σύνδεση του Hammond με έναν ενισχυτή Marshall, ο ήχος του Lord έγινε σήμα κατατεθέν και τον έκανε πρωτοπόρο στη χρήση των keyboards στο hard rock.

Jon Lord -Deep PurpleΜαζί με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας έγραψε τα περισσότερα κομμάτια των Purple ενώ στα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος, ο Lord έγραψε πολλά ορχηστρικά έργα μεγάλης κλίμακας συμπεριλαμβανομένου και του “Concerto for Group and Orchestra” που έκανε πρεμιέρα, ηχογραφήθηκε και κινηματογραφήθηκε ζωντανά στο Royal Albert Hall, με τους Deep Purple και την Royal Philharmonic Orchestra του Λονδίνου με διευθυντή ορχήστρας τον Sir Malcolm Arnold, τον Σεπτέμβριο του 1969.

Και οι μεγαλειώδεις ορχηστρικές συνθέσεις του όμως δεν σταματούν εδώ. Παράλληλα με τους Deep Purple, το 1970 του ανατέθηκε απο το BBC να συνθέσει ένα ακόμη ορχηστρικό έργο, το “Gemini Suite”.

Ηχογραφήθηκε με την Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου με διευθυντή ορχήστρας ξανά τον Sir Malcolm Arnold και το 1974 θα συγγράψει με τον μαέστρο Eberhard Shoerner το “Windows” για την Prix ​​Jeunesse στο Μόναχο που μεταδόθηκε ζωντανά από αρκετούς ευρωπαϊκούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Το 1975 ηχογραφεί με την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Ουγγαρίας το “Sarabanda” σε συνεργασία με τον Eberhard Schoerner, με τον Andy Summers των Police στην κιθάρα, το οποίο έγινε ένα από τα πιο διάσημα έργα του Lord.

Η αγάπη του για την rock και το πάθος του με την κλασσική μουσική έκαναν τον Lord ένα ξεχωριστό, ασυνήθιστο μουσικό.

Το 1976 οι Deep Purple θα διαλυθούν εξαιτίας των έντονων διαφωνιών στους κόλπους της μπάντας και ο Άρχοντας των Πλήκτρων θα σχηματίσει τους Paice Ashton Lord με τον Ian Paice στα τύμπανα και τον παλιό του φίλο και κιμπορντίστα Tony Ashton.

Οι συνθέσεις της μπάντας βασίζονταν σε δύο keyboards και μια τρομπέτα. Όμως το 1977 και μετά την κυκλοφορία ενός άλμπουμ η μπάντα διαλύθηκε και το 1978 ο Lord θα ενταχθεί στους Whitesnake, προσθέτοντας Hammond στο τότε ημιτελές ντεμπούτο άλμπουμ τους “Trouble” παραμένοντας στην μπάντα μέχρι και το 1984.

Συχνά ο Lord αναφερόταν στους Whitesnake ως ‘Δουλειά του’ και αισθανόταν οτι πρόσθεσε σε μεγάλο βαθμό ‘χρώμα’ και συνέβαλε στην ολοκλήρωση του blues-rock ήχου τους.

Jon Lord-WhitesnakeΚατα την διάρκεια της θητείας του στους Whitesnake ο Lord έγραψε δυο πολύ διαφορετικά προσωπικά άλμπουμ, τα “Before I Forge” (1982) και “O.S.T. Country Diary of an Edwardian Lady” (1984).

Την ίδια περίοδο θα συνεργαστεί με τους: George Harrison για το “Gone Too” (1982), David Gilmour για το “About Face” (1983), Cozy Powell για το “Octopuss” (1983) και άλλους, ενώ το το 1985 έκανε μια σύντομη εμφάνιση στους The Singing Rebel (Eric Clapton, George Harrison και Ringo Starr) στην ταινία “Water”.

Η αναβίωση των Deep Purple θα έρθει το 1984, με διαφορετική σύνθεση μέλος της οποίας θα είναι και ο Lord, ο οποίος παράλληλα θα δουλεύει και πάνω σε προσωπικό του υλικό.

Τον Σεπτέμβριο του 1999 οι Purple θα επανεξετάσουν το “Concerto for Group and Orchestra” για τα 30στα γενέθλιά τους το οποίο και θα παίξουν με την Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου σε δύο sold out συναυλίες στο Royal Albert Hall, που ηχογραφήθηκαν και κυκλοφόρησαν σε CD και DVD, πουλώντας πάνω απο 500.000 αντίτυπα.

Στη συνέχεια η μπάντα έκλεισε περιοδεία για 40 εμφανίσεις σε Νότια Αμερική, Ευρώπη και Ιαπωνία με το “Concerto for Group and Orchestra” και με καλεσμένους ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ronnie James Dio.

Το 2002 ο Lord ένιωθε να πιέζεται όλο και περισσότερο. Δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τη σύνθεση ορχηστρικών κομματιών και παράλληλα με την μπάντα που τόσο αγαπούσε και παρέμενε πιστό μέλος της για 35 χρόνια. Έτσι μετά την εμφάνιση των Purple στο Ipswich της Αγγλίας αποχώρησε φιλικά απο το συγκρότημα, προτείνοντας αντικαταστάτη του τον Don Airey.

Η αποχώρησή του απο τους Purple, δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τον μεγάλο μουσικό. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως πάντα πίστευε οτι η αποχώρησή του απο την θρυλική μπάντα θα ήταν μια πολύ τραυματική για εκείνον εμπειρία και πως με την αποχώρησή του επιβεβαιώθηκαν οι σκέψεις του με το παραπάνω.

Jon LordΤα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την προσωπική του καριέρα. Έγραψε αρκετά έργα και κυκλοφόρησε προσωπικές του δουλειές.

Τον Νοέμβριο του 2010 έγινε επίτιμο μέλος του Stevenson College στο Εδιμβούργο ενώ στις 15 Ιουλίου 2011 του απονεμήθηκε ο τίτλος ‘Doctor of Music’ απο το Πανεπιστήμιο του Leicester.

Την ίδια χρονιά δυστυχώς διαγνώστηκε οτι πάσχει απο καρκίνο στο πάγκρεας και σταμάτησε τις περιοδείες.

Μετά απο πολύμηνη μάχη και θεραπείες σε Αγγλία και Ισραήλ, άφησε την τελευταία του πνοή στις 16 Ιουλίου 2012 στο Λονδίνο από πνευμονική εμβολή, σε ηλικία 71 ετών.

Η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε αμέτρητους καλλιτέχνες και φίλους της μουσικής.

Υπήρξε μεγάλη επιρροή για πολλούς μουσικούς απο πολλά και διαφορετικά είδη, και θα εξακολουθεί να είναι για πολλά χρόνια ακόμα!

Οι τελευταίες του συναυλίες ήταν στο Sunflower Jam στις 8 Ιουλίου 2011 και δυο ημέρες αργότερα η εμφάνισή του στο Shipley Arts Festival με το “To Notice Such Things”.

Τον τελευταίο χρόνο δούλευε επίσης πάνω σε νέο υλικό με το νεοσύστατο τότε supergroup WhoCares στο οποίο συμμετείχαν επίσης οι Ian Gillan (Deep Purple), Tony Iommi (Black Sabbath), Mikko Lindström (HIM), Jason Newsted και Nicko McBrain (Iron Maiden).

 

 

 

LV
Για το Rock Attitude

Rock Attitude - logo

Rock Attitude Team

Rock Attitude. Music magazine featuring news, interviews, concerts, tributes, and many more related to rock & metal music.