Ελληνικές ανεξάρτητες δισκογραφικές από τα 80s στα 00s

ROCK AROUND
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΑ 80s ΣΤΑ 00s
από τον Νίκο Καστανά
Η ελληνική ανεξάρτητη δισκογραφία στο ροκ, το μεταλ και το πανκ δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια εναλλακτική εκδοχή της μουσικής βιομηχανίας. Υπήρξε πεδίο επιμονής, προσωπικού ρίσκου και βαθιάς πίστης στα εγχώρια συγκροτήματα.
Από τις πρώτες DIY (do it yourself) κυκλοφορίες των ’80s μέχρι τις πιο οργανωμένες ανεξάρτητες εταιρείες από το 2000 και μετά, το ελληνικό underground χτίστηκε από ανθρώπους που αποφάσισαν να καταγράψουν μια σκηνή την ώρα που συνέβαινε, χωρίς εγγυήσεις και χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν το ελληνικό punk και new wave αναζητούσαν ακόμη ταυτότητα, εμφανίστηκαν οι πρώτες ανεξάρτητες ετικέτες με καθαρά προσωπικό χαρακτήρα. Η Wipe Out, με τον Γρηγόρη Βαϊο στον πυρήνα της, υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές εταιρείες της εποχής.
Συνδεδεμένη άμεσα με την αθηναϊκή punk σκηνή, κυκλοφόρησε ηχογραφήσεις που απέδιδαν ωμά και χωρίς φίλτρα τον ήχο της εποχής, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής underground κουλτούρας μέσα από βινύλια περιορισμένης κυκλοφορίας.
Tην ίδια περίοδο, η Hitch-Hyke, με τον Aιμίλιο Kατσούρη, λειτούργησε ως ένα από τα πρώτα label με σαφή post-punk και new wave αισθητική. Oι κυκλοφορίες της δεν στόχευαν στη μαζική διάδοση αλλά στην καταγραφή μιας σκηνής που τότε διαμορφωνόταν χωρίς όνομα και χωρίς υποστήριξη. H Hitch-Hyke λειτούργησε περισσότερο ως πολιτιστικός κόμβος παρά ως κλασικό label, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της πρώιμης ελληνικής underground ταυτότητας των ’80s.
Παράλληλα, η Pegagus του Πέτρου Κουτσούμπα κινήθηκε σε παρόμοιο πνεύμα, φιλοξενώντας ελληνικές rock και new wave κυκλοφορίες και λειτουργώντας ως προσωπικό καταφύγιο δημιουργίας σε μια εποχή όπου οι πολυεθνικές αγνοούσαν πλήρως το underground. H Pegagus, όπως η Wipe Out και η Hitch-Hyke, αποτέλεσε κρίκο σε μια αλυσίδα προσπαθειών που διαμόρφωσαν το τοπίο των ’80s.
Στα τέλη της δεκαετίας και στις αρχές των ’90s, η ανάγκη συστηματικότερης καταγραφής οδήγησε σε πρωτοβουλίες όπως το Studio II του Bλάσση. Χωρίς να λειτουργεί ως κλασική δισκογραφική, άφησε ισχυρό αποτύπωμα με τη συλλογή του 1990, η οποία κατέγραψε την ελληνική rock, garage και psych σκηνή της εποχής και παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς. Τέτοιες συλλογές λειτούργησαν ως φωτογραφίες μιας στιγμής, αποτυπώνοντας τη μετάβαση του ελληνικού underground σε μια πιο συνειδητή φάση.
Η δεκαετία του ’90 έφερε μαζί της τη σκλήρυνση του ήχου και την ιδεολογική ωρίμανση της σκηνής. Το metal απέκτησε δομή και κοινό, και σε αυτό το πλαίσιο η Μολών Λαβέ έπαιξε καθοριστικό ρόλο. πέρα από τις δισκογραφικές κυκλοφορίες και τη στήριξη της ελληνικής metal σκηνής, η Μολών Λαβέ συνδέθηκε άρρηκτα με το δεκαήμερο φεστιβάλ, ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της εποχής, που λειτούργησε ως σημείο συνάντησης συγκροτημάτων και κοινού και εδραίωσε την έννοια της metal κοινότητας στην Eλλάδα.
Την ίδια εποχή, η Fm Records συνέβαλε αποφασιστικά στη χαρτογράφηση της ακραίας ελληνικής metal σκηνής με τη συλλογή Greece Attacks. ο δίσκος αυτός λειτούργησε ως μανιφέστο της εποχής, παρουσιάζοντας ελληνικά metal σχήματα και αποδεικνύοντας ότι το εγχώριο metal μπορούσε να σταθεί με αυτοπεποίθηση δίπλα στις διεθνείς σκηνές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κινήθηκε αργότερα και η NMC της Tζένης Bαμβακά, ως ανεξάρτητο rock και metal label που φιλοξένησε ελληνικές κυκλοφορίες εκτός εμπορικού κυκλώματος, λειτουργώντας περισσότερο ως στέγη για καλλιτέχνες παρά ως κλασική εταιρεία.
Την ίδια περίοδο, δεν μπορεί να αγνοηθεί η παρουσία των ελληνόφωνων σχημάτων, που, αν και συχνά κινούνταν παράλληλα με την αγγλόφωνη underground σκηνή, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ταυτότητας. συγκροτήματα με ελληνικό στίχο, επηρεασμένα από punk, rock και alternative, έφεραν το underground πιο κοντά στην κοινωνική πραγματικότητα και άνοιξαν δρόμους που θα αξιοποιηθούν μαζικά στα επόμενα χρόνια.
Με το πέρασμα στα τέλη των ’90s και τα πρώτα χρόνια των zeros, η ελληνική ανεξάρτητη δισκογραφία απέκτησε για πρώτη φορά σαφή διεθνή προσανατολισμό. η Sleaszy Rider, υπό την καθοδήγηση του Τόλη Παλατζά, εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για το ελληνικό heavy metal, με εκτενή κατάλογο και παρουσία εκτός συνόρων, αποδεικνύοντας ότι μια ελληνική ανεξάρτητη ετικέτα μπορούσε να λειτουργήσει επαγγελματικά χωρίς να χάσει τον underground χαρακτήρα της.
Δίπλα στις δισκογραφικές, καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οι χώροι παραγωγής. στούντιο όπως το Live και το Πάζλ λειτούργησαν ως κόμβοι δημιουργίας και αυτάρκειας, προσφέροντας στα συγκροτήματα τα μέσα για να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν τη μουσική τους ανεξάρτητα, ενισχύοντας το diy πνεύμα που διέτρεχε ολόκληρη τη σκηνή.
Σημαντικό ρόλο σε όλο αυτό το οικοσύστημα έπαιξε και η διανομή. Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, η κυκλοφορία των ανεξάρτητων δίσκων δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την Κίνηση, που λειτούργησε ως βασικός μηχανισμός distribution για μεγάλο μέρος της ελληνικής underground παραγωγής. Μέσω της Κίνησης, έφταναν σε δισκοπωλεία και στα χέρια των ακροατών σε όλη την Ελλάδα.
Αργότερα, από τις αρχές του 2000 και μετά, τον ρόλο αυτό ανέλαβε σταδιακά το Μusic Ρost, το οποίο στήριξε τη νέα γενιά ανεξάρτητων εταιρειών και συνέβαλε στη μετάβαση από το καθαρά diy δίκτυο σε πιο οργανωμένες μορφές διανομής, χωρίς όμως να αλλοιώσει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της σκηνής.
Στον επίλογο αυτής της διαδρομής, γίνεται φανερό ότι η ελληνική ανεξάρτητη δισκογραφία δεν οικοδομήθηκε πάνω σε εταιρικά πλάνα, αλλά πάνω σε ανθρώπινες αποφάσεις. Αυτό που ενώνει όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι η επιμονή. Χάρη σε αυτές τα labels, τις συλλογές και τα φεστιβάλ τους, το ελληνικό rock, metal και punk απέκτησε μνήμη, συνέχεια και ταυτότητα — ακόμη κι αν ποτέ δεν ζήτησε την έγκριση του mainstream.
Νίκος Καστανάς
Για το Rock Attitude
